1.6.13

ΕΚ ΤΩΝ ΥΣΤΕΡΩΝ

(φωτ. Μαρία Δριμή)

Το πρόβλημα είναι
πως δεν άκουσα τις κούκλες.
Aνοιγόκλειναν
τα γυάλινά τους μάτια
λέρωναν τα λευκά φορέματα
έχαναν τα νάυλον μαλλιά.
Πρόσεχε τα Σάββατα
μου έγνεφαν,
είναι πάντα ξεκούρδιστα
ο μηχανισμός κλάματος δεν λειτουργεί
το κεφάλι δεν είναι κολλημένο
κυλάει σε μία μόνη Κυριακή.

Αν ήμουν πιο προσεκτική
θα είχα από τότε αποσυνδέσει την ελπίδα.
Επίσημα θα ήσουν τώρα
κλινικά απών.

25.5.13

ΜΑΤΑΙΩΣΗ

(φωτ. Παναγιώτης Παπαθεοδωρόπουλος)


Θα ήμουν εκείνη την ημέρα συνεπής
μα ένα κοράκι καταβρόχθισε το μονοπάτι
και χάθηκα στο δάσος
ύστερα κάποιος μετατόπισε τους δείκτες
στο κουρδιστό ρολόι τοίχου στο σαλόνι
κι άργησα είκοσι χρόνια.
Θα σε ειδοποιούσα σίγουρα
αλλά τα ταχυδρομικά περιστέρια
καθηλώθηκαν υπέρβαρα στα σύρματα.
Και όταν ερχόμουν
θα σ’ αγκάλιαζα
αν δεν υπήρχε το σιδερένιο τραπεζάκι ανάμεσα.
Γι αυτό σου λέω. Μην λυπάσαι.
Και στείλε αυτήν την τενεκεδένια απουσία
για ανακύκλωση.

8.3.13

Μάτια μαύροι κύκνοι. Στα καθάρματα της Χρυσής Αυγής



       Το πρώτο πράγμα που πρόσεξα στον Αλί ήταν τα μάτια του. Όταν με είχε πάει ο μπαμπάς στον ζωολογικό κήπο- κάθεσαι που κάθεσαι τόσον καιρό, παράτα την μπουκάλα και πήγαινε το παιδί στο πάρκο είχε φωνάξει η μαμά- είχαμε δει κάτι μαύρους κύκνους. Σαν τα μάτια του Αλί, είχα πει στον μπαμπά.

        Ο μπαμπάς  μου χαμογέλασε. Η μαμά του λέει συνέχεια πως δεν τον αναγνωρίζει. Εγώ θα τον αναγνώριζα μέσα σε εκατομμύρια μπαμπάδες. Όταν χαμογελάει το πρόσωπό του γεμίζει ανθάκια ρυτίδες. Και το χέρι του όταν χαϊδεύει τα μαλλιά μου μοιάζει βαμβάκι. Ο μπαμπάς μου ήταν στέλεχος. Αυτό είναι κάτι σπουδαίο. Δούλευε σε ένα γραφείο ενός εργοστασίου που έκανε ζάχαρη, όταν ήμουν πιο μικρή, ξέρετε μωρό, πίστευα ότι κάνει μπάνιο στην ζάχαρη γι αυτό είναι τόσο γλυκός. Τώρα το εργοστάσιο έκλεισε. Ο μπαμπάς μένει στο σπίτι. Πριν από μερικές μέρες με χτύπησε. Δεν το πίστευα. Συνέχισα να γελώ και να χοροπηδώ. Άκουσα την μαμά μου να ουρλιάζει πως αν τον δει να ξαναπλώνει χέρι επάνω μου θα τον διώξει. Και μετά πάλι η παράξενη φράση «δεν σε αναγνωρίζω». Στο σχολείο κάνουμε μάθημα για τον Οδυσσέα. Η Πηνελόπη τον αναγνώρισε κι ας είχε να τον δει δέκα χρόνια. Αν και αυτή στην αρχή βέβαια είχε τις αμφιβολίες της.

      Εγώ τον Αλί ακόμα κι αν κάνω αιώνες να τον δω, θα τον αναγνωρίσω. Από τα μάτια. Αυτά τα μάτια κύκνους.

     Ο Αλί είναι από την Περσία. Η οικογένεια του ήταν πριγκηπική, ο Αλί είναι ένας μικρός πρίγκιπας. Εδώ ο μπαμπάς του δουλεύει στις οικοδομές και η μαμά του καθαρίζει σπίτια. Επίσης δεν μιλάει πολύ καλά τα Ελληνικά. Κρυβόμαστε πίσω από ένα ντουβάρι στον δρόμο για το σπίτι. Ανεβάζω λίγο την μπλούζα και του δείχνω το στήθος μου. Είναι πολύ μικρό ακόμα αλλά ο Αλί χαμογελάει τρυφερά. Δεν με αγγίζει ποτέ.

    Έχω να δω τον Αλί από προχθές που έγινε αυτό με τους Λύκους. Τους λέω έτσι γιατί τους φοβάμαι. Φορούν κάτι μαύρα υφασμάτινα βραχιόλια στα χέρια και μπλούζες με αγκυλωτούς σταυρούς. Και η δασκάλα τους φοβάται. Τους απεχθάνεται. Έτσι την άκουσα να λέει στο γραφείο των δασκάλων όταν πήγα να της δώσω ένα τεστ που έγραψα. Τους απεχθάνομαι, λέει. Αλλά ο μπαμπάς του ενός μαζί με κάποιους άλλους έσπασαν στο ξύλο μία άλλη δασκάλα, την Κυρία Καίτη που μένει μόνη σε ένα υπόγειο. Και τώρα όλοι φοβούνται τους Λύκους.

      Καθώς γυρίζαμε με τον Αλί από το σχολείο μας περικύκλωσαν οι Λύκοι. Άρχισαν να σπρώχνουν τον Αλή. Βρωμιάρη, μυρίζεις, του έλεγαν. Κατουριέσαι ακόμα βρωμιάρη, του φώναζαν. Να πάρεις την γαμιόλα την μητέρα σου και να γυρίσετε από εκεί που ήρθατε, είπε ο άλλος. Ο Χοντρός με το Κουρεμένο Κεφάλι. Είναι ο πιο μεγάλος από όλους. Έχει μείνει σε πολλές τάξεις. Όμως ο Αλί σας είπα, είναι πρίγκιπας. Πιο πρίγκιπας από τους πρίγκιπες. Ορμάει επάνω στον Χοντρό κι ας είναι μισός απ΄αυτόν. Να το πάρεις πίσω του λέει. Να το πάρεις πίσω.

     Τότε ένας άσχημος με κίτρινα μάτια στρέφεται σε μένα. Μου πιάνει τα χέρια και τα στρίβει πίσω στην πλάτη μου. Για κοιτάτε εδώ, λέει στους άλλους. Τι είσαι εσύ, με ρωτάει και φτύνει σάλια στο πρόσωπό μου. Το τσουλάκι του, αυτό είσαι; Είσαι το τσουλάκι του Αλί. Πονάω αφόρητα και φοβάμαι. Ένα κίτρινο υγρό κυλάει στα πόδια μου. Όχι, λέω, όχι. Το αγόρι με αφήνει απότομα. Το βάζω στα πόδια και τρέχω. Κοιτώ από απόσταση πίσω μου. Ο Αλί είναι γονατισμένος μέσα στον κύκλο των Λύκων. Το πρόσωπό του είναι γεμάτο αίματα. Συνεχίζουν και τον χτυπούν.

    Βρίσκω καθισμένο τον μπαμπά στην κουζίνα με μία μπουκάλα στο χέρι. Μυρίζει άσχημα. Μπαμπά, μπαμπά του λέω και κλαίω με αναφιλητά. Χτύπησαν τον Αλί. Τα κωλόπαιδα χτύπησαν τον Αλί, θα τον σκοτώσουν.

     Ο μπαμπάς σηκώνει το κεφάλι και με κοιτάει. Τα μάτια του είναι άδειες τρύπες. Δεν σου έχω πει να μην λες κακές λέξεις, μου φωνάζει. Άκου κωλόπαιδα.

     Και τότε ξαφνικά μου συμβαίνει. Παύω να τον αναγνωρίζω κι εγώ.

Δημοσιεύτηκε στη bibliotheque.

3.2.13

ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

(φωτ. Παναγιώτης Παπαθεοδωρόπουλος)

Κι αφού τόσο φοβάσαι
 να με χαρείς ολόκληρη
 -ποτέ όλη μαζί-
 ποτέ τρομακτική
 μες στην ολότητά μου,
 (και στήθος και μυαλό
 και αλάτι και νερό)
 από μένα πάρε μόνο τα πόδια
 τα ολισθηρά μου πέλματα
 που αφήνουν τα ίχνη τους
 στο βούτυρο,
 τους μηρούς και τους γλουτούς
 κι εκείνη την εγκοπή στο γόνατο
 από το φερμουάρ γοργόνας.
 Διπλό το όφελος εξάλλου.
 Χωρίς τα πόδια μου
 πώς θα μπορώ να διαφεύγω στα ποιήματα;

(Δημοσιεύτηκε στη bibliotheque)

23.12.12

ΟΝΕΙΡΟΚΡΙΤΗΣ


Αν μυρίσετε στον ύπνο σας κανέλα
κάποιος θα σας φιλήσει στο σκοτάδι,
αν δείτε σαύρα να λιάζεται στις πέτρες
αποφύγετε τους ξένους με τα ψηλά καπέλα
αν ονειρευτείτε ασπρόμαυρο καράβι
και ανθρώπους να σας γνέφουν με μαντίλια
αγοράστε ένα λαχείο,
δεν έχετε πια τίποτε να χάσετε
Έτσι κι αλλιώς
τα όνειρα δεν έχουν γραμματόσημο
ο αποστολέας είναι άγνωστος
κι ο παραλήπτης λάθος.
Αν κάποιο βράδυ δείτε το δικό μου όνειρο
σημαίνει απλώς πως περπατάτε σε θυμάρι
ή κυνηγάτε μικρά χελιδονόψαρα
ή πως είστε ένας τρελός που ακόμα ελπίζει
Κρύψτε το άφοβα κάτω απ' το κρεβάτι.
Τα ποιήματα των άλλων σπάνια είναι επικίνδυνα για μας


30.11.12

Το ραντεβού

(φωτ. Edouard Boubat)

      Ήταν γύρω στα εικοσιπέντε αλλά έχω μεταφέρει και νεώτερες. Ήταν όμορφη αλλά έχω μεταφέρει και ομορφότερες. Ήταν φοιτήτρια, αλλά έχω μεταφέρει και πιο μορφωμένες. Ήταν πολύ άσπρη, το δέρμα της διάφανο και τα μάτια της πετούσαν συνέχεια, άγγιζαν το τιμόνι, το δερματόδετο σαλόνι του ταξί, τα χέρια μου, το πρόσωπό μου. Μου προξενούσαν μικρά εγκαύματα. Έκαιγα όπου με κοίταζε. Το πρώτο ραντεβού της ακυρώθηκε. Περάσαμε μία ολόκληρη ώρα λοιπόν με ανοιχτό το φωτάκι στην οροφή. Δεν μιλούσαμε, αλλά ήταν σαν να τα είπαμε όλα. Φορούσε σορτς με καλτσόν και ψηλές μπότες. Ένα στενό μπλουζάκι άφηνε το στομάχι της γυμνό. Μία μελανιά στο δεξί της μπράτσο. Ήταν η πρώτη της φορά. Ήταν διαφορετική. Κάτι μέσα της, κάτι ζωντανό, φτεροκοπούσε σπασμωδικά σαν έντομο παγιδευμένο σε μεταξωτό ιστό αράχνης.
        Tην πήγα στο δεύτερο ραντεβού. Μία βίλλα στο ακριβό προάστιο έξω από την πόλη. Σταματήσαμε μπροστά στην πύλη. Με κοίταξε. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο ντράπηκα. Σαν να αντιστράφηκαν οι ρόλοι. Θυμήθηκα την αδελφή μου στο χωριό. Πώς πάει το ταξί, με είχε ρωτήσει. Τα βγάζεις πέρα; Δεν της είχα πει για την νυχτερινή δουλειά, για τις μεταφορές, για τα ραντεβού. Για τα εκατό ευρώ που παίρνω κάθε νύχτα. Τριάντα βγάζω την μέρα. Δεν φτάνουν ούτε για τσιγάρα. Αν δεν έκανα κι αυτό θα πέθαινα στην ψάθα. Στο κάτω κάτω δεν είμαι συνεργός. Αν με πιάσουν, απλός μεταφορέας θα πω. Η κοπέλα πήρε ταξί, δεν είμαι εγώ στο κόλπο. Δεν είπα τίποτε από όλα αυτά στην αδελφή μου όταν με ρώτησε. Έξω έπεφτε πυκνή η νύχτα. Ξάφνου άρχισε να χιονίζει. Μικρές νιφάδες έπεφταν στο παρμπρίζ στα δέντρα και όλα θόλωναν. Θα κρυώσεις, της είπα. Είσαι σχεδόν γυμνή. Έβγαλα το σακάκι μου και το τύλιξα γύρω της. Προσεκτικά για να μην σπάσει. Πρέπει να μπω μέσα; με ρώτησε. Τα μάτια της έγιναν μικρές νιφάδες. Όχι μου ήρθε να της πω. Όχι δεν πρέπει.     
       Θα σε πάρω σπίτι. Θα σε βάλω να κοιμηθείς σε κολλαριστά σεντόνια. Θα σε σκεπάσω με μία ζεστή κουβέρτα. Δεν θα σε αγγίξω. Θα πηγαίνω στην δουλειά και θα είσαι εκεί όταν γυρνώ. Και θα μυρίζεις βανίλια όπως τώρα.
      Πρέπει της είπα. Άκουσα κάτι να σπάει ανάμεσά μας. Έβγαλε το σακάκι μου και βγήκε μισόγυμνη στο χιόνι. Χτύπησε το κουδούνι και εξαφανίστηκε πίσω από την πύλη.

(Δημοσιεύτηκε στο bibliotheque)

17.11.12

Το συσσίτιο


   

      Έχω άψογους τρικέφαλους. Τους βλέπω τώρα να φουσκώνουν στον καθρέφτη. Χαίρομαι. Έχω κάθε λόγο να χαίρομαι γι αυτούς. Αυτή η μαύρη μπλούζα με τον μαίανδρο τεντώνει πάνω μου και το σώμα μου διαγράφεται με όλη του την μεγαλοπρέπεια. Έτσι θα είναι οι καινούργιοι άνθρωποι γεροί λευκοί και δυνατοί. Είμαι δυνατός και μου αρέσει. Και από προφίλ τώρα. Και πλάγια. Φουσκώνω και ξεφουσκώνω τα ποντίκια μου. Δεν σκέφτομαι την γριά. Δεν θα σκεφτώ την γριά.
        Η γιαγιά μου ζει ακόμα στο χωριό. Φαλακρό χωριό με μερικά σπίτια, ένα σχολείο με λίγα παιδιά πια, μία ταβέρνα, έναν πλάτανο. Έχει άσπρα μαλλιά και φοράει πάντα μαύρα. Δεν βλέπει πια καλά. Όταν πήγα τελευταία φορά και την αγκάλιασα μύριζε θάνατο. Μου χάιδεψε το κεφάλι. Γιατί κούρεψες τα όμορφά σου μαλλιά, με ρώτησε. Μου έβαλε να φάω και όση ώρα έτρωγα με κοίταγε με τα θολά από καταρράχτη μάτια. Ένιωθα άβολα, σαν να με κοιτούσε πολύ βαθιά. Την ρώτησα για το σχολείο του χωριού, αν έχει αλβανάκια, δεν μου απαντούσε ίσως δεν άκουγε, μόνο με κοίταγε, ένιωσα ασφυκτικά, κάτι με έπνιγε σηκώθηκα να φύγω.
       Όχι δεν θα σκεφτώ την χθεσινή γριά. Δεν μιλούσε καν Ελληνικά η σκρόφα. Επίμονη ερχόταν και ξαναερχόταν να πάρει πατάτες, την διώχναμε αλλά αυτή εκεί, σαν σκουλήκι, ερπετό, με την καμπούρα της να φουσκώνει μέσα από τα μαύρα της φορέματα, έζεχνε και βρωμούσε ολόκληρη, Βουλγάρα ή Αλβανή τι σημασία έχει, την γλώσσα δεν την καταλάβαινα. Τις ίδιες λέξεις επαναλάμβανε, σαν ξόρκι η μάγισσα. Τα κοκαλιάρικά της δάχτυλα με γράπωναν από το μανίκι, τραβούσε και λέκιαζε την ολοκάθαρή μου μπλούζα και τα χνώτα της λέρωναν το πρόσωπό μου. Αλλά τα μάτια της, έτσι που φαίνονταν τεράστια, μου θύμιζαν χελιδονοφωλιές, τι χαζή σκέψη, τι λέω τρελαίνομαι, όχι κυρά μου, να γυρίσεις στην πατρίδα σου, το συσσίτιο είναι για Έλληνες της φώναζα, έξαλλος έξαλλος ήμουν, έξαλλος με την γριά την έσπρωξα, ένα ένα έσπασα σαν κλωναράκια τα αδύνατά της δάχτυλα και την κλώτσησα, με όλη την δύναμη της μπότας μου την κλώτσησα, άκουσα τον ήχο που έκανε το άδειο της κορμί καθώς έπεφτε στην άσφαλτο.
        Με κοίταζε η γιαγιά μου σιωπηλά όπως έτρωγα. Την ρώτησα αν υπήρχαν αλλοδαποί και μετανάστες στο χωριό, αν στο σχολείο έχει Αλβανάκια. Δεν μου απαντούσε, ίσως να μην άκουγε. Όταν σηκώθηκα να φύγω, με φίλησε. Να μην ξανάρθεις μου είπε και μου έκλεισε την πόρτα.

 (Δημοσιεύτηκε στη διαδικτυακή επιθεώρηση λόγου 'bibliotheque')

11.11.12

Αυτός είναι καλός

(φωτ. Cecil Beaton)


- Τα ήθελε η σκύλα. Έρχονται εδώ οι πουτάνες εισαγόμενες, θαρρείς δεν έχουμε αρκετές στην χώρα. Με κοιτούσε με τα σχιστά της μάτια η κιτρινιάρα, έβαλα μπροστά στην άσχημη μούρη της το ποτήρι και της ζήτησα να μου το ξαναγεμίσει. Κλείνουμε μου είπε με σπασμένη προφορά.

- Σκέφτομαι το μωρό μου. Ο άντρας με το ξυρισμένο κεφάλι και το περιβραχιόνιο στο χέρι με χτύπησε. Νιώθω το αίμα να κυλάει στο μάγουλό μου και στην άσπρη μου μπλούζα. Σκέφτομαι το μωρό μου όταν θηλάζει, τον τρόπο που πεταρίζουν οι βλεφαρίδες του σαν πεταλουδίτσες στην ζάχαρη, νιώθω το γυμνό κορμάκι του πάνω στο δικό μου, μία μόνο λεπτή μεμβράνη μας χωρίζει, ακούω την καρδιά του να χτυπάει.

- Την χτύπησε. Καθαρίζω τον πάγκο. Είναι πολύ βρώμικος. Κάποιος πρέπει επιτέλους να καθαρίσει αυτόν τον πάγκο. Ο άντρας έφυγε αλλά μου άφησε φιλοδώρημα. Μεγάλο. Τι να κάνω κι εγώ; Την λυπάμαι. Είναι τόσο λεπτοκαμωμένη σαν κλωναράκι. Το αίμα αναβλύζει από παντού, είναι γεμάτη αίματα, με κοιτάει παραπονεμένα. Της βάζω ένα ουίσκυ. Πιες το της λέω. Πάω να κλειδώσω. Έχω κι ένα μαγαζί να σκεφτώ. Είναι η μόνη μου περιουσία, δεν θέλω μπλεξίματα.

- Σκέφτομαι το μωρό μου. Αυτός ο άντρας, αυτοί οι άντρες, αυτοί οι τρομακτικοί άντρες, όχι δεν θα γίνει έτσι το μωρό μου, το αγόρι μου, θα το αγαπώ, θα το φιλώ, θα το χαιδεύω, θα του τραγουδάω για το μεγάλο ποτάμι με τα φαναράκια την μέρα των νεκρών, για τους σιωπηλούς μας προγόνους, για τα αμέτρητα κεράκια που ανάβουν στον κόσμο και σημαίνουν ειρήνη, θα του μάθω να αγαπάει.

- Με έφτυσε. Εγώ την χτύπησα στο πρόσωπο και αυτή με έφτυσε. Την περιμένω όμως την παλιοσκρόφα. Είμαστε τέσσερις με αλυσίδες και με γκλοπς. Κάποιος επιτέλους πρέπει να φέρει την τάξη σ’ αυτή την χώρα.

- Τους βλέπω μέσα στο σκοτάδι. Την περιμένουν από την πίσω πόρτα στο στενό. Ο άντρας που την χτύπησε με άλλους τρεις. Ο ένας με κοιτάει επίμονα. Βάζει το δάχτυλο στο στόμα, σώπασε μου λέει, φύγε σιωπηλά. Δεν είναι δική μου δουλειά, δεν θα ωφελήσει κανέναν αν με σπάσουν στο ξύλο, δεν έχει νόημα, τα κλειδιά μου καιν τα χέρια. Κλειδώνω το μπαρ και φεύγω.

- Θα βγω από την πίσω πόρτα. Ο Σωκράτης είναι καλός, μου έδωσε λίγο ουίσκυ να συνέρθω, ξέρω ότι ένιωσε ένοχος που δεν με υποστήριξε, δεν πειράζει, είναι καλός, μόνο καλά μου έχει φερθει ως τώρα. Ποτέ δεν με άγγιξε, ούτε μου μίλησε άσχημα. Κι όλο με ρωτάει για το μωρό. Το είχα φέρει προχθές και το φίλησε κι αυτό του χαμογελούσε, καταλάβαινε ότι ο Σωκράτης είναι καλός. Υπάρχουν και καλοί άνθρωποι. Υπάρχει ακόμα ελπίδα.

9.11.12

Mein Schatten (Η σκιά μου)

Rennt schneller als ich
dunkel halb zerstückelt
groß schlank riesig wütend
ungeschützt traurig
ich gehe schneller, will ihn berühren
er springt erschreckt weit weg
ist Berührungen nicht gewohnt fürchtet sich
zittert vor dem Licht, der Auflösung, den weiten Reisen
vor den Wörtern Brand-Spinnen
so jung dieser Schatten
ein kleines Mädchen mit Zöpfen
so schnell
so langsam
so unbedacht in seinem fließenden Wesen
Kleiner Luftschatten
wie lange meinst du wirst du noch existieren?

(μτφ. Σοφία Γεωργαλλίδη)

Η σκιά μου

Η ΣΚΙΑ ΜΟΥ



Τρέχει πιο γρήγορα από μένα
μαύρη μισή κομματιασμένη
ψηλή λιγνή τεράστια θυμωμένη
ανυπεράσπιστη θλιμμένη
ταχύνω το βήμα, πάω να την αγγίξω
τινάζεται μακριά αλαφιασμένη
δεν έχει μάθει αγγίγματα φοβάται
τρέμει το φως την διάλυση τα μακρινά ταξίδια
τα λόγια αράχνες-πυρκαγιές
τόσο νέα αυτή η σκιά
ένα μικρό κορίτσι με πλεξούδες
τόσο γρήγορη
τόσο αργή
τόσο ανόητη μες στη ρευστότητά της

Μικρή σκιά αέρα
πόσο θαρρείς ακόμα θα υπάρχεις;